Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

H Kωνσταντίνα και οι αράχνες της, Άλκη Ζέη, παρουσίαση του βιβλίου από τη Μάρα Ασμάνη




Άκουσα την πόρτα που έκλεισε. Κουκουλώθηκα με το πάπλωμα να μην ακούσει τα κλάματά μου η Φάρμουρ. Έσφιγγα το λύκο μέσα από την πιτζάμα. Πήγαινε στην Αίγινα να δει την κουκουβάγια. “Εγώ εδώ έπρεπε να μείνω, με τα πουλιά. Μπορεί και να γλίτωνα.” Δεν άντεξε ούτε ως εκεί να πετάξει, σαν τον τυφλό κορμοράνο.

Αχ, αν είχε λούσει τα μαλλιά του και είχαμε φύγειΤώρα θα έπαιζε πιάνο και τα μαλλιά του θα κουνιόνταν με το ρυθμό που έτρεχαν τα δάχτυλά του. Δάγκωσα το πάπλωμα, για να μη βγει η κραυγή μου. Κι ύστερα, όλα θόλωσαν... (σελίδα 238)

ΤΣΟΚΟ ΜΠΛΟΚ, της Ελένης Πριόβολου...παρουσίαση του βιβλίου από την Ηλέκτρα Κρανιώτη


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ "ΤΣΟΚΟ ΜΠΛΟΚ" ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, ένα βράδυ που είχε την ίδια τρομακτική παγωνιά. Ο πατέρας πίστευε πως οι κυβερνήτες και αρχές κατοχής κι όλοι αυτοί τέλος πάντων που κρατούσαν τις τύχες μας στα χέρια τους θα φώτιζαν την πόλη, έτσι για να μοιάζει γιορτινή. Όμως διαψεύστηκε. Τα φώτα της πόλης δεν άναψαν, ούτε η ατμόσφαιρα εκεί έξω είχε κάτι το γιορταστικό.
«Ας ανάψουμε όμως τα φαναράκια στις καρδιές μας», πρότεινε ο πατέρας, αφού στολιστήκαμε και ήμασταν έτοιμοι για τη γιορτή.
Δε χρειάστηκε να ακολουθήσουμε την προτροπή του πατέρα, γιατί τα φαναράκια της ψυχής μας ήταν ήδη αναμμένα.
-------------------------------------------------------
Τι κι αν δεν άναψαν τα φώτα της πόλης; Άναψαν τα φαναράκια στις ψυχές μας. Άναψαν όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού. Η πρώτη μου κίνηση, μόλις βγήκα από το σπίτι, ήταν να κοιτάξω τον ουρανό. Ήταν σκούρος μπλε, ολοκέντητος με χρυσά αστέρια. Τρεμόπαιζαν και μου μηνούσαν ότι κάπου εκεί φύλαγαν καλά κρυμμένο το όνειρό μου. Ανάμεσά τους, καβάλα στην ουρά ενός κομήτη, ταξίδευαν ο Πετράκης και ο Όσκαρ.